πενίας

πενίας
πενίᾱς , πενία
poverty
fem acc pl
πενίᾱς , πενία
poverty
fem gen sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

См. также в других словарях:

  • Teles the Cynic — Teles ( el. Τέλης) of Megara, was a Cynic philosopher and teacher who lived c. 235 BCE. He wrote various discourses ( diatribes ), seven fragments of which were preserved by Stobaeus. The fragments are: #Περὶ τοῡ δοϰεῖν ϰαὶ τοῡ εἶναι On Seeming… …   Wikipedia

  • оле — (33) межд. Употребляется для усиления экспрессивности высказывания. О: оле дивьноѥ ваю тьрпѣниѥ мѫченика. Стих 1156–1163, 73 об.; дьржатель всемѹ. ѡле б҃жиихъ сѹдьбъ. ѿстѹпьникъ бываѥть. (ὤ ѱεοῦ κριμοτων!) ЖФСт к. XII, 102 об.; ѡле чю(до) ѹлѹчиша …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Teles (filósofo) — Teles (en griego: Τέλης), fue un filósfo y profesor Cínico que vivió en Atenas y Megara. Es conocido por escribir varios discursos (diatribas) que son los documetos más antiguos que se conocen sobre la diatriba cinico estoica, siete fragmentos de …   Wikipedia Español

  • PENESTAE — populi, Thessaliae. Steph. Sic Athenis Θῆται dicti sunt, ἀπὸ τῆς πενίας, a pauper tate quod servorum aut servis conveniens nomen. Apud Thessalos, Πενέςτας appellatos esse, non qui genere, sed fortunâ, servi essent, quorumque media inter servas et …   Hofmann J. Lexicon universale

  • έρως — I Αρχαιοελληνική θεότητα. Γεννήθηκε από το Χάος και τη Γαία, όπως αναφέρει ο Ησίοδος στη Θεογονία του, ή κατ’ άλλους από τον Τάρταρο και τη Νύκτα. Τον θεωρούσαν τον ωραιότερο μεταξύ των αθάνατων θεών και τον φαντάζονταν ως παιδάκι (τον παρίσταναν …   Dictionary of Greek

  • δαπάνη — Όρος στην οικονομία, που δηλώνει τις διάφορες μορφές με τις οποίες τα άτομα, οι επιχειρήσεις και οι δημόσιοι οργανισμοί χρησιμοποιούν τα εισοδήματα που διαθέτουν. Ανάλογα με τα αγαθά που αποκτώνται, οι δ. διακρίνονται σε δ. κατανάλωσης, οι οποίες …   Dictionary of Greek

  • ευεργέτημα — Το αποτέλεσμα της ευεργεσίας, η χάρη, μια ωφέλιμη και γενικά καλή πράξη. Ο όρος χρησιμοποιείται και στη νομική γλώσσα αλλά με διαφορετικές έννοιες, ανάλογα με τις περιπτώσεις. Στο μεσαιωνικό δίκαιο ο όρος ε. δήλωνε την παραχώρηση της κάρπωσης… …   Dictionary of Greek

  • θρίαμβος — I Δημόσια πανηγυρική τελετή που πραγματοποιούσαν οι νικητές στρατηγοί στην αρχαία Ρώμη. O θ. οργανωνόταν μόνο ύστερα από αίτηση του στρατηγού δικτάτορα, ύπατου, ανθύπατου ή πραίτορα και με άδεια της Συγκλήτου. Περιλάμβανε μια μεγάλη πομπή, η… …   Dictionary of Greek

  • καταπέρδομαι — (Α) (μόνο στον ενεργ. αόρ. β ) (χυδαία έκφραση που δηλώνει περιφρόνηση) κλάνω ενώπιον κάποιου («καὶ τῆς Πενίας καταπαρδεῑν», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + πέρδομαι] …   Dictionary of Greek

  • μαλακίζομαι — (AM μαλακίζομαι) [μαλακός] αυνανίζομαι νεοελλ. 1. κάνω βλακώδεις ενέργειες 2. περνώ άσκοπα τον καιρό μου 3. ενεργ. μαλακίζω αυνανίζω κάποιον 4. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) μαλακισμένος, η, ο α) αποβλακωμένος από τον αυνανισμό β) βλάκας,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»